Close

Και Όφιν εις χρυσούν μετέβαλες

Τίνα Βλασταράκου Μεταξά

Έριξε μια τελευταία ματιά στο παιδί . Κοιμόταν ήσυχο. Είχε άσχημη νύχτα. Ψήθηκε στον πυρετό. Έκλεισε την πόρτα πίσω της.  Περνά από την Αθηνά. Της χτυπά το τζάμι.

“Φεύγω”, της λέει. “Εχε το νου σου, σε παρακαλώ”

“Μην ανησυχείς, Μάρω μου. Ψήνω το τσάι του Τάκη κι έφυγα”

Προχώρησε ήσυχη. Ευτυχώς  που την είχε κοντά της την Αθηνά και της έδινε μια βοήθεια όποτε τη χρειαζόταν.

Το χωριό είχε κουκουλωθεί από το χιόνι. Τα πόδια της βυθίζονται σ αυτό μέχρι το γόνατο. Ευτυχώς που φοράει εκείνες τις καφετί γαλότσες που της είχαν χαρίσει περυσι οι ξαδέλφες της και δεν κοκκαλιάζει. Ο δρόμος μέχρι την αγορά έχει γίνει ένα  μακρόστενο, κατάλευκο, παχύ και αφράτο πάπλωμα. Τα θεόπουλα πηδούν επάνω του σαστισμένα, με μισόκλειστες φτερούγες και κανένα απ’ αυτά δεν πετάει. Λες και ψάχνουν τη ζωή που κοιμάται μυστικά κάτω από αυτό. Πάντα τα ζήλευε τα πουλιά η Μάρω , που δεν είχαν έγνοιες και μέριμνες, που τα φρόντιζε τόσο πολύ ο Θεός.  Οι πόρτες κάποιων χαμηλών  σπιτιών  είναι μισοχωσμένες στο χιόνι ενώ οι στέγες μοιάζουν να έχουν κουκουλωθεί από άσπρα παγωμένα σύννεφα. Ο ουρανός μια μάζα νεφελώδης και κανείς δεν μπορεί να δει που στέκεται ο ήλιος που ανέτειλλε εδώ και κάμποση ώρα. Κάπου κάπου κάνουν την εμφάνισή τους αραιές, απαλές και αστεροειδείς νιφάδες , λες και κάποιο αόρατο χέρι τις σκορπίζει για να καλημερίσει έτσι το χωριό που είχε ξυπνήσει από ώρα. Η καμπάνα του Άι Γιώργη σήμανε δοξολογία κι ύστερα ακολούθησε το μεγάλο ρολόι του πέτρινου πύργου που μέτρησε με τους χτύπους του την όγδοη ώρα της μέρας. Το καφενείο είχε τζάμια χνωτισμένα. Η Μάρω άνοιξε δειλά την πόρτα. Μερικά ζευγάρια μάτια γύρισαν και  την κοίταξαν.

– Καλημέρα , είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν. Ντρεπόταν που έμπαινε σε ένα καφενείο γεμάτο από άντρες. Από μικρή είχε μια συστολή. Έτσι την είχε μάθει η μάνα της. Μα από τότε που χήρεψε, παράγινε το πράγμα. Μιλούσε και κοκκίνιζε.

– Καλώς τη Μάρω! την καλωσορίζει ο Λάμπης, ο καφετζής. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;  Να σου φτιάξω ένα καφεδάκι; Ένα τσαγάκι;

– Όχι, Όχι! Λέει η Μάρω. Θέλω μόνο να μάθω τι ώρα περνά το λεωφορείο;

– Περί τις εννιά . Θα πας στην πόλη;

– Ναι… θα πάω να πάρω τις εξετάσεις του παιδιού.

– Να δεις που δε θαναι τίποτα, Μάρω μου! την παρηγόρησε ο Λάμπης.

– Μακάρι… είπε με φανερή ανησυχία εκείνη και γύρισε να φύγει.

Τη σταμάτησε  η φωνή του Δανήλου.

– Καλημέρα,  Σπύραινα. Στάσου δυο λεπτά που σε θέλω, της είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι που έπινε  τον καφέ του και ρούφαγε το τσιγάρο του, μαζί με άλλους δυο.

Η Μάρω κοκάλωσε το βήμα της κι έμεινε να τον περιμένει. Ήξερε τι την ήθελε κι εύχονταν να της το ζητήσει σιγά να μην ακούσουν οι άλλοι, αν και οι άλλοι ήξεραν.

– Ξέρεις … Μάρω …της είπε, δήθεν μου προβληματισμένος… Από κείνο το χρέος του σχωρεμένου του Σπύρου, έχει μείνει κάμποσο.  Και σκέφτηκα να σου κάμω μια πρόταση συμφέρουσα.

Ήξερε ακριβώς η Μάρω, τι θα ακολουθούσε μετά από ετούτα τα λόγια και δεν έπεσε έξω.

– Σκέφτηκα, το  λοιπόν, να ανταλλάξουμε το χρέος με κείνο το ξεροχώραφο  πούχει τις ελιές.

– Μα αυτό είναι ό,τι έχω και δεν κυρ-Δανήλο μου…. είπε η Μάρω με την καρδιά της να χτυπά ταραγμένη. Και το χρέος σου, το βλέπεις πως δεν τοχω αφήσει έτσι… Ό,τι μπορώ στερώ από το σπίτι μου για να σου βγάζω μια δόση. Δώσε μου λίγο χρόνο και θα τα καταφέρω.

– Κι εγώ οικογενειάρχης είμαι Μάρω και τα χρειάζομαι. Τέλος πάντων ….σκέψου την πρόταση που σου κάμνω γιατί κι ο χρόνος κάποτε τελειώνει, είπε ο Δανήλος, λίγο αγανακτισμένος, λίγο απειλητικός.

Η Μάρω άνοιξε την πόρτα του καφενείου. Ο χιονισμένος αέρας της πάγωσε το πρόσωπο και αισθάνθηκε καλύτερα. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι, στο πέτρινο καμπαναριό. Προλάβαινε να ανάψει ένα κερί στον Άι Γιώργη, μέχρι νάρθει το λεωφορείο. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Άναψε ένα κερί για το παιδί  κι  άλλο  ένα για τον Σπύρο τον άντρα της. Παραμονή του Αγίου Σπυρίδωνα και άλλη φορά οι ετοιμασίες στο σπίτι τους θα έδιναν και θα έπαιρναν. Τίποτα δεν τους έλειπε όσο ζούσε ο Σπύρος. Όλα τα καλά είχε το σπιτικό τους. Και την αγαπούσε πολύ κι εκείνη και το παιδί.

“Εσείς είστε η ζωή μου όλη”! τους έλεγε.
“Για εσάς θα κάνω και τούτο και κείνο και το άλλο! Για να μη σας λείψει τίποτα”!

Κι όλο ανοιγόταν ο Σπύρος κι όλο ανοιγόταν σε νέες δουλειές…Και όλο  έδινε όπου του ζητούσαν. Όποιον είχε στη δούλεψή του κοίταγε να τον έχει ευχαριστημένο. Κι όπου έβλεπε πόνο, έτρεχε να τον γλυκάνει. Δεν άντεχε ο Σπύρος να  βλέπει τη δυστυχία! Όλοι το ήξεραν αυτό κι όταν βρίσκονταν στην ανάγκη την πόρτα του χτυπούσαν και του ζητούσαν δανεικά κι αγύριστα. Κι ήρθε το κακό κι έφυγε και την άφησε μοναχή τη Μάρω, χωρίς τη σκέπη του, με ένα παιδί στην αγκαλιά και με ένα δάνειο από τον Δανήλο  για το καινούριο λιοτριβιό που δεν πρόλαβε να τελειώσει.

Δυο χρόνια ήταν αρκετά για να ζαρώσει το μέτωπό της για να χάσει τη φρεσκάδα της νιότης της. Όλα, τα πάντα είχαν πέσει απάνω της. Γονείς κι αδέλφια δεν είχε να τη συντρέξουν. Κι αγωνιζόταν μόνη της να τα βγάλει πέρα. Και τούτες τις μέρες που είχε αρρωστήσει το παιδί της είχαν κοπεί τα γόνατα. Αν ζούσε ο Σπύρος θα το είχαν πάει στον καλύτερο γιατρό χωρίς να σκεφτούν τίποτα.

“Αχ ! βρε Σπύρο μου! αναστέναξε” και μια παγωνιά τύλιξε το κορμί και την ψυχή της μαζί.

Στύλωσε τα μάτια της στην εικόνα της Παναγίας , το πρόσωπό της έσπασε σε χίλιες ρυτίδες και το μέσα της άρχισε να τραντάζεται από  ένα σιγανό κλάμα και  αναφιλητό μαζί.

Από την αριστερή πόρτα του ιερού, βγήκε ο παπα Θεοδόσης.. Ένας γέροντας σεβάσμιος που διακονούσε το χωριό τους από τα νιάτα του.

“Μάρω μου εσύ είσαι;” είπε και την πλησίασε.

“Τι έπαθες κορίτσι μου και κλαις έτσι;”

“Το παιδί είναι άρρωστο, κάμποσες μέρες τώρα. Ένας πυρετός που ανεβοκατεβαίνει το βασανίζει. Κι εγώ δεν έχω ούτε για γιατρό ούτε  για τίποτα. Να’ναι καλά η Αθηνά που μένει δίπλα και πότε μου φέρνει το ένα και πότε το άλλο. Μέχρι και ξύλα  για τη σόμπα μου φέρνει κάθε μέρα. Μα δεν ξέρω πώς θα τα βγάλω πέρα κι ο Δανήλος μου ζητάει το χωραφάκι με τις ελιές για να ξεχρεώσω εκείνο το δάνειο… Είμαι απελπισμένη, πάτερ!” είπε και τώρα το κλάμα είχε δυναμώσει.

Την άφησε  ο παπα Θεοδόσης να ξεσπάσει και ξέσπασε η Μάρω. Σε μια στιγμή ακούστηκε η  κόρνα του λεωφορείου και η Μάρω σηκώθηκε σα να ηλεκτρίστηκε.

“Πωπω Παναγία μου! Θα χάσω το λεωφορείο και τις εξετάσεις του παιδιού”

“Τρέχα Μάρω μου και μετά τον εσπερινό, θα σε επισκεφτώ να μάθω τα νέα. Αλλά κόρη μου… θα το δεις πως δεν θα είναι τίποτα! Πως όλα θα είναι μια χαρα!  Ε.. βλέπεις …οι γιατροί είναι καμιά φορά υπερβολικοί γιατί ξεχνούν κι εκείνοι , όπως κι εμείς , πως όλοι πλάσματα του Μεγαλοδύναμου είμαστε.”

Έφυγε η Μάρω και ο παπα Θεοδόσης, φλεγόμενος από προσευχή έπιασε να στολίζει την εικόνα του Αγίου Σπυριδώνου. Έτσι τον έλεγε. Κι όπως τη στόλιζε, μιλούσε στον Άγιο και τούλεγε για τη Μάρω, τη χήρα του Σπύρου και για το ορφανό του. Για τις μέρες τις Άγιες που έρχονται κι είναι οι δυο τους, μάνα και παιδί… “σαν τα πετεινά του ουρανού” που για αυτά μόνο ο Κύριος μεριμνά.  Κι όταν  τέλειωσε το στόλισμα, προσκύνησε με ευλάβεια  τον Άγιο και του είπε:

“Συγχώρα με για το θάρρος που παίρνω και σε ενοχλώ μα άμα δε μεσιτεύσεις εσύ, στην κυρα Παναγιά και στον Υιό της, για τον Σπυράκο και τη χήρα του και το ορφανό του… εσύ Άγιέ μου , “που τον όφι εις χρυσούν μετέβαλες”, ποιος θες να μεσιτεύσει; Εγώ ο αχρείος και ταπεινός;

Κατά το απογευματάκι και πριν τη δύση του ήλιου, ο παπα Θεοδόσης σήμανε την καμπάνα για τον εσπερινό του Αγίου.  Του Αγίου των φτωχών και των πονεμένων. Κι όταν έψελνε το απολυτίκιο, ύψωνε τον τόνο της φωνής του και τον νοημάτιζε κατάλληλα όταν έφτανε να πει εκείνο το

“και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες”, Κοίταγε τον Άγιο και έμοιαζε μέσα από αυτά τα λόγια να του λέει:

“Δεν τη βλέπω μόνο εγώ της Μάρως την ανάγκη και την απελπισία. Τη βλέπεις κι εσύ και η Παναγία μας και ο Χριστός μας. Για τούτο κάμε κάτι, να ησυχάσει κι η χήρα και το ορφανό”

Με το τέλος του εσπερινού κει που κρέμαγε  το πετραχήλι του, κάποιος χτυπάει την πόρτα του ιερού. Ανοίγει ο παπα Θεοδόσης και βλέπει μια φιγούρα αντρική.

– Τι θέλετε, τέκνον μου.

– Να εξομολογηθώ πάτερ. Έρχομαι από πολύ μακριά και είδα τα καντήλια να φέγγουν από έξω σταμάτησα ….

Κι εξομολογήθηκε ο άγνωστος τα κρίματα και τα αμαρτήματα και τα ανομήματά του. Και έγινε κάτω από το πετραχήλι του γέροντα η συντριβή της καρδίας του, η εξουθένωση του εγώ, η  μετάνοια  και η λύτρωση. Κι ύστερα έβγαλε από την τσέπη  του πανωφοριού του, ένα πακέτο τυλιγμένο σε σακούλα, το έδωσε στον παπα Θεοδόση και είπε:

“Αυτά είναι χρήματα . Χρήματα που κάποτε με άδικο τρόπο πήρα από κάποιον κι εκείνος δεν υπάρχει πια στη ζωή για να επανορθώσω την αδικία. Πάρτα κι αν ξέρεις κάποιον που θα έχει ανάγκη να του τα δώσεις …

Έμεινε κόκαλο ο παπα Θεοδόσης.

Και “όφιν   εις χρυσούν μετέβαλες!” είπε, με την καρδιά να χοροπηδά από χαρα.

 Κι όταν ο άντρας έφυγε και ο γέροντας έβαλε τον καλογερικό του σκούφο, τύλιξε το μάλλινο κασκόλ γύρω από το λαιμό του, παράχωσε βαθιά στο ράσο του το χοντρό πακέτο και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της Μάρως.  Σε όλο τον δρόμο ο ασπρομάλλης γέροντας, μόνο που δεν χοροπηδούσε σαν παιδί κι έψελνε δυνατά, ξανά και ξανά το

«και  όφιν εις χρυσούν μετέβαλες».

Κι όταν έφτασε στο σπίτι και της χτύπησε την πόρτα κι εκείνη του άνοιξε, αντί για καλησπέρα, αυτά τα λόγια της είπε, με το πρόσωπο χιονισμένο και φωτισμένο από την Θεία Αγάπη:

“Και όφιν εις χρυσούν, μετέβαλε, Μάρω μου! Τ’ ακούς; Και όφιν εις χρυσούν μετέβαλε!”

                                                       Τ.Β.Μ

Υ.Γ … η αφορμή , για να γραφτεί αυτή η ιστορία ,  δόθηκε δυο μέρες πριν …ένα πρωινό που μια άλλη Μάρω, μπήκε σε μια εκκλησιά της πόλης μας να ανάψει το κερί της και να παρακαλέσει , για το παιδί της και για τον Σταυρό που κουβαλούσε. Όσα γράφτηκαν πιο πάνω είναι βασισμένα σε πολύ αληθινά γεγονότα. Και το πιο αληθινό από αυτά, είναι πως στην σταυρώσιμη πορεία του καθενός από εμάς, κάπου μας περιμένει ένας Κυρηναίος για να μοιραστεί μαζί μας το βάρος του πόνου του Σταυρού.

Μη φοβού, Μάρω!
Μόνο πίστευε!
Καλό μας βράδυ!